Χωριό

Λίππα

Λίππα

Σύντομη παρουσίαση και Ιστορική Αναδρομή

Το χωρίο Λίππα βρίσκεται Νοτιοδυτικά της πόλης των Ιωαννίνων σε απόσταση 51 χλ. μεταξύ των οροσειρών Τόμαρου(Ολύτσικας) και Σουλίου, στην περιφέρεια Λάκκα Σούλι και διοικητικά ανήκει στον Δήμο Σελλών του Νομού Ιωαννίνων. Είναι κτισμένο σε ένα όμορφο οροπέδιο, σε υψόμετρο 850 μ. περίπου με ουρανοκρέμαστους γκρεμούς και δεσπόζει σαν φρούριο στην γύρω περιοχή έχοντας χαρακτηριστεί ως η Αετοφωλιά της Λάκκας Σουλίου. Έχει έκταση 23.800 στρέμματα και πέντε συνοικισμούς :

• Την Κάτω Λίππα (Μεσούρα)
• Την Ανάληψη (Πλακοτίβα)
• Τους Ντουμποράτες
• Τη Βάρδα
• και τα Δύο Ποτάμια,
ενώ συνορεύει με τα Τσερίτσανα , την Κοπάνη, τους Βαριάδες , την Αχλαδέα, την Έλαφο, τη Μουκοβίνα και το Λιβιάχοβο.
Ανάμεσα στην Λίππα και την Ολύτσικα πηγάζει και κυλάει δίπλα από την Κάτω Λίππα ένας από τους Παραπόταμους του γνωστού από τους αρχαίους χρόνους Αχέροντα ποταμού.

Ονομασία

Πήρε την ονομασία της, Λίππα, από την κοινή ονομασία του δέντρου Φιλύρα – Φλαμουριά ή (κοινά Τίλια), ενός καλλωπιστικού δέντρου των εύκρατων χωρών που ευδοκιμούσε τα παλαιά χρόνια στην περιοχή. Στα Ελληνικά δάση φυτρώνει μεμονωμένα και τα άνθη της έχουν ευχάριστη μυρουδιά και χρησιμοποιούνται στη φαρμακευτική ως καταπραϋντικό και αντισπασμωδικό φάρμακα, το τίλιο. Την ονομασία Λίππα την συναντάμε και σε χωριό έξω από την Πρεμετή της Βορείου Ηπείρου καθώς και σε μια πόλη των Φιλιππίνων, που επίσης ονομάζεται Λίππα.

Ηλικία

Η ακριβής χρονολογία, κατά την οποία χτίστηκε το χωριό δεν είναι γνωστή, αλλά σύμφωνα με τις μέχρι τώρα μαρτυρίες, τοποθετείται ανάμεσα στον 16ο και 17ο αιώνα, με την κάθοδο και την εγκατάσταση των Σουλιωτών στην ευρύτερη περιοχή.

Κοινότητα

Κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας στις ελληνικές κοινότητες καθήκοντα προέδρου εκτελούσε ο “πάρεδρος” με κοινοτικό συμβούλιο που προτείνονταν από τον έπαρχο της περιοχής και έπαιρναν εντολές από την τουρκική διοίκηση. Υποχρέωση τους ήταν η είσπραξη των φόρων και η καταβολή τους στις τουρκικές αρχές. Επίσης έπρεπε να φροντίσουν για τον ορισμό του αγροφύλακα (δραγάτη) που τον πλήρωνε ο χωριό σε είδος (π.χ. καλαμπόκι), την πληρωμή του ιερέα, την λειτουργία του Σχολείου, την πληρωμή του δασκάλου καθώς και την κατασκευή κοινοτικών έργων (δρόμους πλατείες κ.λ.π.) με την προσωπική συμμετοχή και εργασία των κατοίκων.
Μετά το 1914 και την ψήφιση του Νόμου “Περί Δήμων και Κοινοτήτων” έγινε η αναγνώριση της Λίππας από το Υπουργείο Εσωτερικών, ως αυτόνομης κοινότητας με το Βασιλικό Διάταγμα το οποίο δημοσιεύτηκε με υπ’ αριθμ. 184/7.8.1919 ΦΕΚ.
Ως έδρα της κοινότητας ορίστηκε η Λίππα με συνοικισμούς την Κάτω Λίππα, την Πλακοτίβα, τους Ντουμποράτες, την Βάρδα και τα Δύο Ποτάμια (όπως προαναφέραμε).
Η κοινότητα είχε μητρώο αρρένων, δημοτολόγιο όλων των κατοίκων καθώς και ιδιαίτερη σφραγίδα. Διοικούνταν από το κοινοτικό συμβούλιο, το οποίο εκλέγονταν από τους κατοίκους που είχαν δικαίωμα ψήφου. Όλα τα κοινοτικά συμβούλια της Λίππας εργάστηκα πάρα πολύ σκληρά από τουρκοκρατίας μέχρι σήμερα, με ελάχιστα εφόδια και έσοδα και μόνο “όπλο” την αγάπη τους για το χωριό αλλά και την πρόθυμη προσωπική εργασία όλων των κατοίκων. Χρίστηκαν εκκλησίες και Σχολεία, διανοίχτηκαν κοινοτικοί και αγροτικοί δρόμοι, κατασκευάστηκαν πλατείες και βρύσες αλλά το πιο σημαντικό από όλα, έγινε η εξαγορά του αγροκτήματος.

Εξαγορά αγροκτήματος

Οι Τούρκοι με την επικράτηση τους στην Ελλάδα, για να επιβάλουν φόρους, δήμευσαν τις περιουσίες των κατοίκων και συνέταξαν κτηματολόγιο (χωράφια – χερσαίες και δασωμένες εκτάσεις). Το κτηματολόγιο αυτό βρίσκεται σήμερα στην Άγκυρα.
Για να γίνεται καλύτερος έλεγχος των εισπραχθέντων φόρων (χαράτσι), χώρισαν κατά περιοχές τις εκτάσεις των υποδούλων Ελλήνων σε τσιφλίκια, τα οποία έδωσαν σε Τούρκους που διακρίθηκαν σε διάφορες μάχες. Μερικά από αυτά τα Τσιφλίκια τα παραχώρησαν σε έμπιστους Έλληνες έναντι μικρών ανταλλαγμάτων. Οι νέοι ιδιοκτήτες που ονομάζονταν Τσιφλικάδες, έπαιρναν ενοίκιο από τους κατοίκους των χωριών που καλλιεργούσαν τη γη των προγόνων του και μετά την απελευθέρωση της Ηπείρου το 1912 -13. Οι τσιφλικάδες που κατείχαν τα αγροκτήματα των κοινοτήτων Λίππας και Αχλαδέας (Τόσκεσι) ήταν οι Αφοι Σακελλαρίου, οι οποίο εισέπρατταν φόρους μέχρι το 1924.
Οι κάτοικοι της Λίππας που έζησαν δύσκολες μέρες, που ένιωσαν το μαχαίρι της αγωνίας και της αδικίας, χωρίς να χάσουν σταγόνα από το ελληνικό καθάριο αίμα της παλικαριάς και της πίστης κατάφεραν να εξαγοράσουν το αγρόκτημα του χωριού, εκτάσεως 23.800 στρεμμάτων, από του Αδερφούς Σακελλαρίου έναντι του ποσού των 140.000 δρχ..
Το διοικητικό συμβούλιο του συνεταιρισμού εξαγοράς του αγροκτήματος της Λίππας ήταν οι :

Κων/νος Α. Λέτσιος, Χρήστος Α. Ντάσιος, Χριστόδουλος Η. Παππάς (Ιερέας), Σωτήριος Ν. Ντάσιος, Δημήτριος Ν. Στεφάνου

και μάρτυρες τους :

Βασίλειος Σ. Αγγέλης, Δημήτριος Γ. Δήμου.

Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί η μεγάλη συνεισφορά του αείμνηστου συγχωριανού Βασίλειου N. Στεφάνου, ο οποίος απλόχερα πρόσφερε τα μισά χρήματα για την εξαγορά του αγροκτήματος.

Η Λίππα στους καιρούς των κατακτητών

Η συμβολή των κατοίκων της Λίππας από τους εκάστοτε κατακτητές , Τούρκους και Γερμανοϊταλούς, ήταν μεγάλη.

Τουρκοκρατία

Από τη μαρτυρία των γερόντων του χωριού αλλά και από την Ιστορία                                “Κ. Παπαρηγοπούλου” αποδεικνύεται ότι το χωριό μας, αλλά και άλλα χωριά της Λάκκας Σουλίου πρόσφεραν πολλά σε έμψυχο υλικό, σε τρόφιμα και πολεμοφόδια στους Ηρωικούς Αγώνες των Σουλιωτών 1788 -1803. Οι πρώτοι χριστιανοί ποιμένες στα μέσα του 16ου αιώνα, για να αποφύγουν την Οθωμανική πίστη ανέβηκαν στα άγρια και απόκρημνα βουνά των αρχαίων Κασσωπαίων που αργότερα αντήχησαν με το πολυθρύλητο όνομα “Σούλι” και έχτισαν τέσσερα χωριά:

Το Σούλι, την Κιάφα, τον Αβαρίκο και την Σαμωνίβα, τα ονομαζόμενα “Τετραχώρι“.

Αργότερα, με την αύξηση του πληθυσμού των κατοίκων και την εγκατάσταση πολλών άλλων Ελλήνων που ζήτησαν καταφύγιο σε αυτά, χτίστηκαν και άλλα εφτά χωριά: το Τσεκούρι, το Περιχάτι, η Βίλια, το Αλσοχώρι, οι Κοντάτες, η Γκιονάλα και το Τσιφλίκι.
Το εφτά αυτά χωριά ονομαζόμενα “Εφταχώρι“, βρίσκονταν στους πρόποδες του βουνού, σε εύφορη πεδιάδα. Εκτός όμως από τους έντεκα αυτούς συνοικισμούς, οι σουλιώτες κατέκτησαν και άλλα εξήντα περίπου χωριά, που απλώνονταν σε απόσταση 18 με 22 χιλιόμετρα περίπου γύρω από τα βουνά του Σουλίου. Στα εξήντα αυτά χωριά ήταν και τα χωριά της Λάκκας Σούλι και μέσα σε αυτά και η Λίππα. Η Λίππα, είναι από τα πλησιέστερα στα Γιάννενα χωριά, αποτέλεσε μία από τις προφυλακές της Λάκκας Σουλίου. Αυτό είχε ως συνέπεια κατά τους χρόνους του Αλή Πασά, άλλοτε να είναι ανεξάρτητη, χωρίς να παρενοχλείται από τα στρατεύματα του Αλή και άλλοτε να είναι στην κατοχή του.
Ο Αλής εκτιμώντας τη φυσική θέση της Λίππας, εγκατέστησε το 1800 το στρατηγείο του για την εκστρατεία του κατά του Σουλίου. Για το σκοπό αυτό είχε χτίσει “Μέγαρο” το οποίο βρίσκονταν στη θέση που βρίσκεται σήμερα το γραφικό εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας. Η Λίππα αναφέρεται και κατά την εποχή της συμμαχίας του Αλή Πάσά με τους Σουλιώτες,
τότε που οι Σουλιώτες ελεύθεροι είχαν επανέλθει στην πατρίδα τους (μετά την καταστροφή του 1803) και πολεμούσαν ενάντια στις Τουρκικές δυνάμεις του Χουρσίτ Πασσά. Το 1912 – 13 στην απελευθέρωση της Ηπείρου (απελευθέρωση Λίππα 1912) Νότιας και Βόρειας, ο τότε νεαρός υπολοχαγός Δημήτριος Νότη Μπότσαρης, πήρε τη διαταγή να συγκροτήσει μικτό Ηπειρώτικο στράτευμα. Έσπευσε αμέσως να συνδεθεί με τα σημαίνοντα πρόσωπα της περιοχής της Λάκκας Σουλίου, για να πάρει τις πρώτες πληροφορίες και να συγκροτήσει το μικτό στράτευμα. Σε αυτό έλαβαν μέρος στις διάφορες μάχες κατά των Τούρκων 30 Λιππιώτες. Το μικτό εθελοντικό στράτευμα Ηπείρου αποτελούσαν 4.000 εύζωνοι απ’ όλη την Ελλάδα και κυρίως επαναστάτες.
Ο Δημήτριος Νότη Μπότσαρης έλαβε μέρος στην απελευθέρωση της Πρέβεζας, στις μάχες Χόικας, Σπαριτσίου, Μικρής και Μεγάλης Ολύτσικας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι γυναίκες και άνδρες της Λίππας, των Τσεριτσάνων και Τόσκεσι,
έβγαλαν φορτωμένοι στην πλάτη κανόνια και πυρομαχικά στα “Δυο Βουνά” της Ολύτσικας (Σέλωμα Ολύτσικας), για να βοηθήσουν τον Ελληνικό Στρατό να χτυπήσουν τους Τούρκους στα οχυρά της Μανωλιάσσας και τον Αϊ – Νικόλα, τα οποία και κατέλαβαν.

Γερμανοϊταλοί κατακτητές

Το 1943 στη Λίππα ιδρύθηκε αντάρτικο του 15ου Συντάγματος, με Διοικητή τον Ταξίαρχο Απόστολο Κωνσταντινίδη από την Κοπάνη, που έδωσαν αρκετές κατά των κατακτητών Γερμανοϊταλών με ικανοποιητικά αποτελέσματα. Σε αυτές τις μάχες έλαβαν μέρος πολλοί Λιππιώτες. Οι Γερμανοί ενοχλημένοι από την σθεναρή αντίσταση των κατοίκων των χωριών της Λάκκας κατέστρεφαν τα πάντα στο πέρασμά τους. Έβαζαν φωτιά στα σπίτια, στις αχυροκαλύβες και στις καλλιεργημένες εκτάσεις. Αυτή την τύχη, δυστυχώς, είχαν τα Τσερίτσανα, η Κάτω Λίππα και η Πλακοτίβα. Η Άνω Λίππα γλίτωσε την καταστροφή χάρη στην έξυπνη ενέργεια του Ευάγγελου Ντάσιου, που ήξερε Γερμανικά ο οποίος βλέποντας ότι οι Γερμανοί κέρδισαν τη μάχη της Ολύτσικας καταλαμβάνοντας το ένα μετά το άλλο τα χωριά, συγκέντρωσε λίγους άντρες του χωριού μας μεγάλους σε ηλικία, μεταξύ αυτών ο Παππάς και ο Δάσκαλος, βγήκαν στην είσοδο του χωριού από το μέρος των Τσεριτσάνων και τους υποδέχθηκαν προσφέροντας ψωμί, τυρί και αβγά.
Η Λίππα έχει τους περισσότερους νεκρούς από τους πολέμους εναντίον των κατακτητών της πατρίδας μας σε σύγκριση με τα άλλα χωριά της περιοχής. Επίσης υπέστη πολλές καταστροφές από το κάψιμο σπιτιών, καλλιεργειών και την αρπαγή μικρών και μεγάλων ζώων.

Σύγχρονα χρόνια

Παρόλες τις δυσκολίες και τις κακουχίες που υπέστη ολόκληρη η Λίππα(και οι συνοικισμοί της) και οι κάτοικοι της, κατάφερε να αντεπεξέλθει στην πορεία των χρόνων και να κρατηθεί ζωντανή. Στις μέρες μας η Λίππα έχει πάψει να είναι κοινότητα, με την εφαρμογή του νόμου του Καποδίστρια, και πλέον και αυτή και οι γύρω συνοικισμοί της αποτελούν το Δημοτικό Διαμέρισμα Λίππας του Δήμου Σελλών Ιωαννίνων.
Οι μόνιμοι κάτοικοι έχουν μειωθεί αρκετά, κυρίως λόγο της εσωτερικής μετανάστευσης, αλλά και λόγω του ότι αρκετοί από τους συγχωριανούς μας δεν βρίσκονται πια στην ζωή.
Για άλλη μια φορά όμως η αγάπη των απανταχού Λιππιωτών δεν την άφησαν να ερημώσει. Και σε αυτό έχουν συμβάλει αρκετά και οι Σύλλογοι και οι Αδελφότητες του Χωριού, με σειρά ενεργειών που σκοπό έχουν την τόνωση ενασχόλησης των Λιππιωτών με τα κοινά του χωριού. Κάθε Πάσχα αλλά και καλοκαίρι το χωριό ξαναγεμίζει, δίνοντας πνοή ζωής και στο χωριό αλλά και στους λίγους εναπομείναντες μόνιμους κατοίκους.
Το πιο θετικό από όλα και ίσως και το πιο ελπιδοφόρο είναι η μεγάλη συμμετοχή των νέων στις δραστηριότητες του χωριού, συμμετοχή που κάθε χρόνο αυξάνεται.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s